αγών
ουσιαστικό1. Διαγωνισμός ή αγώνισμα μεταξύ ατόμων ή ομάδων με κανόνες και ανταγωνιστικό χαρακτήρα.
2. Έντονος σωματικός ή ψυχικός κόπος και πάλη για την επίτευξη ενός σκοπού ή την υπέρβαση εμποδίων.
3. Σύγκρουση ή διαμάχη μεταξύ προσώπων, ομάδων ή ιδεών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αγών ήταν συναρπαστικός μέχρι το τέλος.
- Ο αγών των εργαζομένων για δικαιώματα συνεχίζεται.
- Ο δικός του αγών στη ζωή είναι αόρατος στους άλλους.
- Στην αρχαία Αθήνα ο αγών της μουσικής συγκέντρωνε πλήθος.
- Ο αγών ενάντια στην ασθένεια δοκίμασε την ψυχή της.