αγαλλίαση
ουσιαστικόΨυχική κατάσταση έντονης εσωτερικής ανάτασης και πληρότητας, που συνοδεύεται από ζωηρή συγκίνηση, βαθιά ευχαρίστηση και συχνά εξωτερική έκφραση θαυμασμού ή χαράς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσα αγαλλίαση όταν άκουσα τα καλά νέα.
- Η λειτουργία γέμισε την εκκλησία με αγαλλίαση και ευλάβεια.
- Η θέα του ηλιοβασιλέματος του προξένησε αγαλλίαση.
- Η επιτυχία του έργου έφερε βαθιά αγαλλίαση σε όλους τους συντελεστές.
- Σε στιγμές αγαλλίασης ξεχνάμε τις καθημερινές μας έγνοιες.