αβοήθητος
επίθετο1. Που βρίσκεται χωρίς βοήθεια ή υποστήριξη και αδυνατεί να αντιμετωπίσει ή να διαχειριστεί μόνος του μία κατάσταση.
2. Που είναι εκτεθειμένος σε κίνδυνο ή δυσκολία χωρίς προστασία ή μέσα για να αμυνθεί ή να αντιδράσει αποτελεσματικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
προστατευμένος βοηθημένος ικανός δυνατός ισχυρός ασφαλής ενισχυμένος υποστηριγμένος ανθεκτικός φροντισμένος προφυλακτικό ανεξάρτητος αυτόνομος
Παραδείγματα χρήσης
- Η μητέρα ένιωσε αβοήθητη μπροστά στην ασθένεια του παιδιού.
- Το μωρό ήταν αβοήθητο και έκλαιγε μέχρι να το πάρει αγκαλιά η μητέρα.
- Ο ηλικιωμένος ήταν αβοήθητος στον δρόμο και περίμενε κάποιον να τον βοηθήσει.
- Οι κάτοικοι έμειναν αβοήθητοι μετά την πλημμύρα και περίμεναν βοήθεια.
- Το αρχείο στον σκληρό δίσκο ήταν αβοήθητο μετά την καταστροφή και δεν μπόρεσαν να το ανακτήσουν.