αίτημα
ουσιαστικό1. Δήλωση ή εκδήλωση πρόθεσης με την οποία κάποιος ζητάει κάτι από άλλο πρόσωπο ή φορέα, προφορικά ή γραπτά, για παροχή, άδεια ή βοήθεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπέβαλε αίτημα στο πανεπιστήμιο για αναγνώριση μαθημάτων.
- Το αίτημα για βοήθεια καταγράφηκε στο κέντρο έκτακτης ανάγκης.
- Το κύριο αίτημα των εργαζομένων αφορά την αύξηση των μισθών.
- Το πρόγραμμα απέστειλε ένα αίτημα στον διακομιστή και ανέμενε απάντηση.
- Κατέθεσε αίτημα για αποζημίωση μετά το ατύχημα.