έφοδος
ουσιαστικό1. Ξαφνική, οργανωμένη δράση ομάδας ατόμων με χρήση βίας ή κατασταλτικών μέσων κατά συγκεκριμένου στόχου, με σκοπό την κατάληψη, τον έλεγχο, τη σύλληψη ή την εξουδετέρωση αντιπάλων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι αστυνομικοί έκαναν έφοδο στο διαμέρισμα τα ξημερώματα.
- Η στρατιωτική έφοδος στο κάστρο ολοκληρώθηκε με επιτυχία.
- Η ξαφνική έφοδος του χειμώνα έκλεισε τους δρόμους για μέρες.
- Μια έφοδος των ελεγκτών στα καταστήματα αποκάλυψε πολλές παραβάσεις.
- Οι έφοδοι των δυνάμεων συνεχίστηκαν επί εβδομάδες.