ένταλμα

ουσιαστικό

1. Γραπτό επίσημο έγγραφο που διατάσσει ή εξουσιοδοτεί την εκτέλεση συγκεκριμένης ενέργειας από δημόσια ή δικαστική αρχή, όπως σύλληψη, έρευνα ή άλλη αναγκαστική πράξη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε χθες από τον εισαγγελέα.
  • Οι αστυνομικοί επέδειξαν το ένταλμα πριν εισέλθουν στο διαμέρισμα.
  • Το ένταλμα πληρωμής για την προμήθεια εγκρίθηκε από τον οικονομικό υπεύθυνο.
  • Ζήτησαν ένταλμα έρευνας για το όχημα μετά την καταγγελία.
  • Το ένταλμα διορισμού αναρτήθηκε στον πίνακα ανακοινώσεων του δήμου.