χωρισμένος
επίθετοΠου έχει πάψει να ζει μαζί με τον/την σύζυγο ή τον/τη σύντροφό του μετά από διάσταση ή χωρισμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι χωρισμένος εδώ και δύο χρόνια.
- Ο αδελφός μου είναι χωρισμένος, αλλά παραμένουμε καλοί φίλοι με την πρώην σύζυγό του.
- Η Μαρία είναι χωρισμένη και μεγαλώνει μόνη της τα δύο παιδιά της.
- Οι γονείς μου είναι χωρισμένοι από το 2010.
- Πάνω στο γραφείο υπήρχαν χωρισμένα σε φακέλους όλα τα έγγραφα.