αισθητήρας

ουσιαστικό

1. Συσκευή ή όργανο που ανιχνεύει, μετρά ή παρακολουθεί φυσικά, χημικά ή βιολογικά μεγέθη (όπως θερμοκρασία, πίεση, φωτεινότητα, υγρασία, συγκέντρωση ουσιών) και μετατρέπει τις μεταβολές τους σε ηλεκτρικά ή άλλα σήματα κατάλληλα για επεξεργασία, καταγραφή ή έλεγχο.

Συνώνυμα

σένσορας ανιχνευτής μετρητής δέκτης υποδοχέας ανιχνευτήριο αισθητήριο λήπτης παρατηρητής

Αντώνυμα

ενεργοποιητής εκτελεστής κινητήρας ενεργητής

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αισθητήρας θερμοκρασίας στο εργαστήριο κατέγραψε σημαντική άνοδο.
  • Ο αισθητήρας κίνησης ενεργοποίησε τα φώτα όταν πέρασε κάποιος.
  • Ο αισθητήρας αερίου προειδοποίησε για διαρροή στο υπόγειο.
  • Ένας αισθητήρας στο δέρμα ανιχνεύει την αφή και τη θερμοκρασία.
  • Η κοινή λογική λειτουργεί ως αισθητήρας κινδύνου στην κοινωνία.