φαρμακείο

ουσιαστικό

1. Χώρος ή κατάστημα όπου παρασκευάζονται, αποθηκεύονται και διατίθενται φάρμακα, ιατρικά προϊόντα και παραφαρμακευτικά είδη, καθώς και όπου παρέχονται φαρμακευτικές πληροφορίες και συμβουλές από φαρμακοποιό.

Συνώνυμα

φαρμακοπωλείο φαρμακοποιείο φαρμακοστάσιο φαρμακαποθήκη μαγαζί

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πήγα στο φαρμακείο για να αγοράσω ασπιρίνη.
  • Το φαρμακείο στη γωνία είναι ανοιχτό όλο το 24ωρο.
  • Στο φαρμακείο του νοσοκομείου διαχειρίζονται τα φάρμακα και τα εμβόλια.
  • Έβαλε το αντιπυρετικό στο φαρμακείο του σπιτιού για να το έχει εύκαιρο.
  • Τα φαρμακεία της πόλης συνεργάζονται για να καλύψουν τις ελλείψεις φαρμάκων.