παντρεμένη

επίθετο

Που έχει σύζυγο και βρίσκεται σε νομικό ή κοινωνικό δεσμό γάμου.

Συνώνυμα

έγγαμη νυμφευμένη δεσμευμένη δεμένη σύζυγος

Αντώνυμα

ανύπαντρη άγαμη αρραβωνιαστικιά εταίρα κορασίδα ελεύθερη αδέσμευτη μόνη εργένισσα διαζευγμένη χωρισμένη χήρα παρθένα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παντρεμένη γυναίκα περπατούσε στην πλατεία.
  • Είναι παντρεμένη εδώ και δέκα χρόνια.
  • Η παντρεμένη αδελφή μου μένει στο εξωτερικό.
  • Στην αίτηση έβαλε παντρεμένη στο πεδίο της οικογενειακής κατάστασης.
  • Ήταν παντρεμένη με τη δουλειά της και δεν είχε ελεύθερο χρόνο.