θεωρούμαι

ρήμα

1. Αντιμετωπίζομαι ή κρίνομαι με συγκεκριμένο τρόπο από άλλους, εκφράζοντας πεποίθηση, άποψη ή εκτίμηση.

2. Αποδίδεται σε κάποιον ή κάτι μια ιδιότητα ή κατάσταση βάσει γενικής αντίληψης, μαρτυριών ή ερμηνειών, χωρίς απαραίτητα άμεση απόδειξη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

αγνοούμαι απορρίπτομαι αποκλείομαι παραβλέπομαι αμφισβητούμαι καταρρίπτομαι υποτιμάμαι αφαιρούμαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Από τους συναδέλφους μου θεωρούμαι αξιόπιστος στη δουλειά.
  • Με την υπεύθυνη δήλωση αυτή θεωρούμαι νόμιμος κληρονόμος.
  • Σύμφωνα με τις ιατρικές εξετάσεις θεωρούμαι υγιής.
  • Στην εφημερίδα γράφτηκε ότι λόγω των αποδείξεων θεωρούμαι υπεύθυνος για το ατύχημα.
  • Ακόμα κι αν δεν το αποδεικνύουν, για πολλούς θεωρούμαι ξεχωριστός.