απομονωμένα
επίρρημα1. Κατά τρόπο που βρίσκεται ή λειτουργεί απομονωμένο από άλλα πρόσωπα, αντικείμενα ή συστήματα, χωρίς επικοινωνία, επαφή ή αλληλεπίδραση.
Συνώνυμα
απομονωμένα μεμονωμένα αποκομμένα ξεκομμένα αποκλεισμένα ερημικά μοναχικά αποτραβηγμένα ανεξάρτητα αποσυνδεδεμένα απομακρυσμένα χωριστά ξεχωριστά διακριτά μακρινά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα απομονωμένα σπίτια στο βουνό έχουν δύσκολη πρόσβαση το χειμώνα.
- Οι ασθενείς κρατούνται απομονωμένα μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
- Τα δείγματα εξετάστηκαν απομονωμένα για να αποφευχθεί η επιμόλυνση.
- Ζούσε απομονωμένα σε ένα μικρό σπίτι μετά τη συνταξιοδότησή του.
- Κάποια προβλήματα εμφανίστηκαν απομονωμένα και δεν επηρέασαν το υπόλοιπο δίκτυο.
- Τα αρχεία αποθηκεύτηκαν απομονωμένα σε ξεχωριστούς φακέλους για λόγους ασφαλείας.