απομακρυσμένα
επίρρημα1. Με τρόπο που βρίσκεται ή λαμβάνει χώρα σε μεγάλη απόσταση από το σημείο αναφοράς, χωρίς κοντινή φυσική παρουσία.
2. Με τρόπο που πραγματοποιείται μέσω μέσων επικοινωνίας ή τεχνολογικής σύνδεσης, χωρίς άμεση φυσική επαφή ή παρουσία στον ίδιο χώρο.
Συνώνυμα
απόμακρα μακρόθεν τηλεργατικά τηλεχειριζόμενα απομονωμένα αποκομμένα αποκεντρωμένα μακριά μακρινά ηλεκτρονικά έμμεσα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δουλεύω απομακρυσμένα από το σπίτι δύο φορές την εβδομάδα.
- Μπορώ να συνδεθώ απομακρυσμένα στον εταιρικό διακομιστή για συντήρηση.
- Τα απομακρυσμένα νησιά συχνά δεν έχουν καλή συγκοινωνία.
- Η μουσική ακουγόταν απομακρυσμένα, σαν να ήταν από μακριά.
- Η ιδέα ότι θα διορθωθεί το πρόβλημα μέσα σε μία μέρα δεν είναι απομακρυσμένα ρεαλιστική.