μακρινά

επίθετο

1. Που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση στο χώρο σε σχέση με το σημείο αναφοράς.

2. Που αφορά μεγάλη χρονική απόσταση από το παρόν ή από ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο.

Συνώνυμα

απομακρυσμένα απόμακρα μακριά μακρινότερα απώτερα άπω μακρόθεν απομονωμένα απρόσιτα απώτατα

Αντώνυμα

κοντινά κοντά εγγύς πλησίον πλησιέστερα γειτονικά εγγύτερα δίπλα παραδίπλα παρακείμενα προσβάσιμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχει επισκεφτεί πολλά μακρινά μέρη.
  • Θυμάμαι με νοσταλγία τα μακρινά χρόνια της νιότητας.
  • Τα μακρινά όνειρα φάνταζαν ανέφικτα.
  • Τα αστέρια απόψε φαίνονται μακρινά.
  • Μας έστειλε χαιρετίσματα από μακρινά μέρη.