παράλληλα
επίρρημα1. Ταυτόχρονα με κάτι άλλο, συγχρόνως σε ίδια χρονική στιγμή ή περίοδο.
2. Με τρόπο παράλληλο στον χώρο ή στην κατεύθυνση, δίπλα-δίπλα χωρίς να τέμνονται.
3. Σε σχέση ή σε συνδυασμό με κάτι άλλο, ως συμπληρωματική ή ταυτόχρονη ενέργεια ή διαδικασία.
Συνώνυμα
ταυτόχρονα συγχρόνως ταυτοχρόνως συνάμα παραλλήλως ενώ επιπλέον επιπροσθέτως επίσης ακόμη ακόμα ομοίως πλάι δίπλα καθώς παρεμπιπτόντως εξίσου μαζί επιπρόσθετα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δούλεψε στο γραφείο και παράλληλα προετοίμαζε την παρουσίαση.
- Σπούδασε οικονομικά και παράλληλα ασχολήθηκε με την εθελοντική εργασία.
- Τα επίπεδα του κτιρίου είναι παράλληλα, οπότε τα παράθυρα ευθυγραμμίζονται.
- Οι κάτοικοι διαμαρτυρήθηκαν και, παράλληλα, ζήτησαν αποζημίωση.
- Υπάρχουν ενδιαφέροντα παράλληλα ανάμεσα στην αρχαία μυθολογία και τη σύγχρονη λογοτεχνία.