αχρείαστος
επίθετο1. Που δεν είναι ανάγκη να υπάρχει ή να γίνει για να επιτευχθεί ένας σκοπός, να λειτουργήσει κάτι ή να προκύψει ένα αποτέλεσμα.
2. Που εφαρμόζεται, περιλαμβάνεται ή γίνεται χωρίς ουσιαστική χρησιμότητα ή συμβολή στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
περιττός πλεονάζων άχρηστος περισσεύων παραπανής άσκοπος ανώφελος υπερβολικός επιπλέον πλεονασματικός ανεπιθύμητος απρόσδεκτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γιατρός ευχήθηκε το χειρουργείο να μείνει αχρείαστο.
- Μην κάνεις αχρείαστο θόρυβο τη νύχτα.
- Αποφεύγουμε κάθε αχρείαστη δαπάνη.
- Οι αχρείαστες διαδικασίες επιβραδύνουν το έργο.
- Μετά την απόλυση ένιωσε αχρείαστος.