επιμόλυνση
ουσιαστικό1. Δευτερογενής λοίμωξη ή εισβολή παθογόνων σε ιστό, όργανο ή οργανισμό που ήδη νοσεί ή έχει υποβληθεί σε θεραπεία, με αποτέλεσμα την επιδείνωση ή την αλλαγή της αρχικής κατάστασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιμόλυνση του δείγματος οδήγησε σε λανθασμένα εργαστηριακά αποτελέσματα.
- Η επιμόλυνση των τροφίμων προκάλεσε έξαρση κρουσμάτων γαστρεντερίτιδας στην περιοχή.
- Πρέπει να αποφεύγουμε την επιμόλυνση των επιφανειών κατά την προετοιμασία φαγητού.
- Η επιμόλυνση του νερού από χημικά απόβλητα αποτελεί σοβαρό περιβαλλοντικό πρόβλημα.
- Στα χειρουργεία λαμβάνονται αυστηρά μέτρα για να εμποδίζεται η επιμόλυνση των τραυμάτων.