προφορικό
επίθετο1. Που αφορά τον προφορικό λόγο ή την ομιλία ως μέσο επικοινωνίας.
2. Που εκφράζεται ή μεταδίδεται με τη φωνή και προφορικές εκφράσεις.
3. Που πραγματοποιείται με προφορικό τρόπο, όταν κάτι λέγεται και όχι γράφεται.
Συνώνυμα
λεκτικός ομιλούμενος φωνητός φωνητικός ακουστός ακουστικός στοματικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έδωσε μια προφορική εξέταση χθες.
- Η συμφωνία έγινε προφορικά, χωρίς γραπτή επιβεβαίωση.
- Οι προφορικές οδηγίες του καθηγητή ήταν καθοριστικές για την εργασία.
- Το προφορικό μήνυμα μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα.
- Πρέπει να βελτιώσεις το προφορικό σου επίπεδο για τις παρουσιάσεις.
- Η προφορική παράδοση του χωριού κρατά αιώνες.