ψευτιά
ουσιαστικόΙδιότητα ή συμπεριφορά κατά την οποία πληροφορίες, διαθέσεις ή εμφάνιση παρουσιάζονται διαφορετικά από την πραγματικότητα, με σκοπό να δημιουργηθεί παραπλανητική εντύπωση, να αποκρυφθεί η αλήθεια ή να υπάρξει προσωπικό όφελος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ψευτιά του φίλου με πλήγωσε βαθιά.
- Κανείς δεν πίστεψε την ψευτιά που είπε στη συνέντευξη.
- Προσπάθησε να κρύψει την αμηχανία του με ψευτιά, αλλά φαινόταν ψεύτικος.
- Η ψευτιά της δημόσιας εικόνας αποκρύπτει την πραγματική συμπεριφορά.
- Μια μικρή ψευτιά για να μην πληγώσεις κάποιον μπορεί να γίνει συνήθεια.
- Δεν ανέχομαι την ψευτιά ακόμα κι όταν παρουσιάζεται σαν καλοπροαίρετη.