χωριστός
επίθετο1. Που βρίσκεται ή υπάρχει χωριστά από κάτι άλλο, χωρίς να είναι ενωμένο ή μαζί του.
2. Που αποτελεί ξεχωριστή ενότητα ή μέρος, διαφορετικό από τα υπόλοιπα.
Συνώνυμα
διαχωριστός ξεχωριστός διακριτός ιδιαίτερος αυτόνομος απομονωμένος αποσπαστός μεμονωμένος ξεχωρισμένος ανεξάρτητος αποσυνδεδεμένος ασύνδετος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε παιδί είχε τον χωριστό του φάκελο.
- Οι δύο ομάδες μπήκαν σε χωριστές αίθουσες για τη συνάντηση.
- Ζητήσαμε χωριστό λογαριασμό στο εστιατόριο.
- Η εταιρεία διατηρεί χωριστό αρχείο για κάθε πελάτη.
- Στο σπίτι μας έχουμε χωριστά δωμάτια για εργασία και ξεκούραση.