χαρμόσυνος
επίθετο1. Που προκαλεί ή εκφράζει χαρά ή αισιοδοξία.
2. Που συνοδεύει ή αναγγέλλει ευχάριστα νέα ή ευοίωνα γεγονότα.
Συνώνυμα
ευφρόσυνος χαρούμενος ευτυχής ευτυχισμένος εύθυμος ευθυμελής γιορτινός εορταστικός πανηγυρικός χαρωπός ανεβασμένος αναζωογονητικός ελπιδοφόρος
Αντώνυμα
λυπητερός θλιβερός πένθιμος λυπημένος θλιμμένος άχαρος λυπηρός μελαγχολικός σκυθρωπός δυστυχής κατήφης ζοφερός στενοχωρημένος απογοητευμένος απόγνωτος
Παραδείγματα χρήσης
- Οι χαρμόσυνες καμπάνες αντήχησαν στη γειτονιά.
- Έλαβε ένα χαρμόσυνο μήνυμα για τη γέννηση του εγγονού.
- Η χαρμόσυνη έκφρασή της φώτιζε όλο το δωμάτιο.
- Η είδηση έγινε δεκτή με χαρμόσυνο χειροκρότημα.
- Οι χαρμόσυνοι ύμνοι ακούγονταν στην εκκλησία.