φόρμα
ουσιαστικό1. Εξωτερική εμφάνιση ή σχήμα που χαρακτηρίζει το περίγραμμα και τις αναλογίες ενός αντικειμένου.
2. Καλούπι ή διάταξη που χρησιμοποιείται για να διαμορφώσει ή να δώσει σχήμα σε υλικό, όπως μέταλλο, πλαστικό ή ζύμη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Φόρεσε τη φόρμα του σχολείου πριν το μάθημα γυμναστικής.
- Συμπλήρωσε τη φόρμα αίτησης και την υπέβαλε ηλεκτρονικά.
- Έβαλε το κέικ στη φόρμα και το έψησε στον φούρνο.
- Η ύλη χρειάζεται μια πιο σαφή φόρμα για να γίνει κατανοητή.
- Η λεκτική φόρμα του ποιήματος είναι μοντέρνα.