φούστα
ουσιαστικό1. Ένδυμα που φοριέται στη μέση και καλύπτει το κάτω μέρος του σώματος, συνήθως κατασκευασμένο από ένα ή περισσότερα κομμάτια υφάσματος και διαφοροποιούμενο ως προς το μήκος, το κόψιμο και τον τρόπο στερέωσης (π.χ. κουμπιά, φερμουάρ, λάστιχο, κορδόνι).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φούστα μου είναι καινούργια και άνετη.
- Έβαλε τη φούστα πριν βγει από το σπίτι.
- Πλύναμε τις φούστες στο πλυντήριο χθες.
- Η φούστα της παραδοσιακής στολής ήταν κεντημένη στο χέρι.
- Το κόψιμο της φούστας ταιριάζει στο στυλ της.