φωτεινότητα

ουσιαστικό

1. Μέγεθος ή ιδιότητα που περιγράφει την ποσότητα φωτός που εκπέμπεται, διαχέεται ή αντανακλάται από μια επιφάνεια και μπορεί να μετρηθεί ή να αναλυθεί σε οπτικές και φωτιστικές εφαρμογές.

Συνώνυμα

λαμπρότητα φως φωτισμός ένταση λάμψη αστραφτερότητα φεγγοβολή λαμποκοπή αντηλιά ακτινοβολία αίγλη λιακάδα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η φωτεινότητα του λαμπτήρα είναι πολύ έντονη.
  • Μείωσα τη φωτεινότητα της οθόνης για να μην κουράζονται τα μάτια μου.
  • Ο φωτογράφος ρύθμισε τη φωτεινότητα του φόντου πριν τη λήψη.
  • Στην αστρονομία, η φωτεινότητα ενός αστέρα εξαρτάται από τη μάζα και τη θερμοκρασία του.
  • Η φωτεινότητα της ελπίδας φάνηκε στο βλέμμα τους.