λιακάδα
ουσιαστικό1. Κατάσταση του καιρού κατά την οποία ο ουρανός είναι καθαρός ή σχεδόν καθαρός και ο ήλιος φωτίζει και θερμαίνει την επιφάνεια της γης, προσδίδοντας φωτεινότητα και ζεστασιά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λιακάδα έβγαλε τον κόσμο στους δρόμους.
- Η λιακάδα μπήκε από τα παράθυρα και ζέστανε το δωμάτιο.
- Η μικρή βόλτα στη λιακάδα έκανε τους παππούδες να χαμογελούν.
- Η ανακοίνωση έφερε μια λιακάδα ελπίδας στον τόπο.
- Με την λιακάδα του Μαΐου, τα λουλούδια ανοίγουν γρήγορα.