φωτίζω
ρήμα1. Φέρνω ή προσδίδω φως σε χώρο, αντικείμενο ή πρόσωπο, κάνοντάς τα ορατά ή πιο φωτεινά.
2. Ρίχνω φωτεινή ακτίνα ή φωτισμό πάνω σε κάτι με φωτιστικό, προβολέα ή άλλη πηγή φωτός.
Συνώνυμα
φωταγωγώ διαφωτίζω ανάβω εξηγώ διευκρινίζω ενημερώνω αποκαλύπτω ξεσκεπάζω εκθέτω διασαφηνίζω ανακαλύπτω ξεκαθαρίζω επεξηγώ αναδεικνύω υπογραμμίζω πλημμυρίζω λαμπρύνω τονίζω καταδεικνύω υποδεικνύω φανερώνω δείχνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ φωτίζω το σαλόνι πριν διαβάσω.
- Στη φωτογράφιση φωτίζω το πρόσωπο από δεξιά για πιο δραματικό αποτέλεσμα.
- Με την έρευνά μου φωτίζω άγνωστες πτυχές του προβλήματος.
- Όταν δίνω παραδείγματα, φωτίζω τις δύσκολες έννοιες για τους μαθητές.
- Με τη μουσική φωτίζω την ψυχή μου τις δύσκολες μέρες.