φυλάκιση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή νομικό μέτρο κατά το οποίο ένα πρόσωπο κρατείται σε κατάστημα κράτησης ή άλλο χώρο, ως ποινή για τέλεση εγκλήματος ή ως προσωρινό μέτρο από τις αρχές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Του επιβλήθηκε φυλάκιση δέκα ετών για απάτη.
  • Η προσωρινή φυλάκιση πριν τη δίκη θεωρείται περιορισμός της ελευθερίας.
  • Η καθημερινή φυλάκιση σε ένα μικρό κελί επηρέασε την ψυχική του υγεία.
  • Η φυλάκιση χωρίς ένταλμα παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα.
  • Η είδηση για τη φυλάκιση του μάρτυρα προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.