φιλία
ουσιαστικό1. Δεσμός μεταξύ δύο ή περισσότερων ανθρώπων που βασίζεται στην αμοιβαία στοργή, εμπιστοσύνη, σεβασμό και αλληλοϋποστήριξη, ο οποίος διαμορφώνεται μέσω κοινών εμπειριών και συνεπούς επικοινωνίας.
Συνώνυμα
φιλαδελφία συμπάθεια αλληλοσυμπάθεια αλληλεγγύη αδελφοσύνη συντροφικότητα αγάπη συντροφιά παρέα οικειότητα συμμαχία αλληλοεκτίμηση κολλητιλίκι θερμότητα στοργή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φιλία ανάμεσά μας μετράει περισσότερο από κάθε διαφωνία.
- Η φιλία τους δοκιμάστηκε όταν μετακόμισαν σε διαφορετικές πόλεις.
- Πιστεύω ότι η φιλία είναι θεμέλιο της κοινωνικής ζωής.
- Η φιλία ανάμεσα στις δύο χώρες ενίσχυσε τη συνεργασία τους.
- Έδειξε τη φιλία του με μικρές, συνεχείς πράξεις βοήθειας.