φάρσα

ουσιαστικό

1. Πράξη ή ενέργεια που γίνεται με σκοπό να εξαπατηθεί, να κοροϊδευτεί ή να γελοιοποιηθεί κάποιος, συχνά με χιουμοριστικό χαρακτήρα.

2. Σκηνοθετημένη ή αυτοσχέδια πλάκα ή παρουσίαση που στοχεύει στην πρόκληση έκπληξης, γέλιου ή σύγχυσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο φίλος του έκανε μια φάρσα στο γραφείο και όλοι γέλασαν.
  • Η είδηση αποδείχτηκε φάρσα και προκάλεσε σύγχυση.
  • Κάποιες φάρσες πήγαν στραβά και χρειάστηκε επέμβαση των αρχών.
  • Η παράσταση ήταν μια ξεκαρδιστική φάρσα.
  • Μην παίρνεις σοβαρά αυτό το μήνυμα — ίσως είναι φάρσα.