υπόνοια
ουσιαστικό1. Αίσθηση ή πεποίθηση ότι κάποιος ή κάτι εμπλέκεται σε αθέμιτη, παράνομη ή επιλήψιμη πράξη, συνήθως χωρίς ασφαλή αποδεικτικά στοιχεία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχω την υπόνοια ότι κάποιος μας παρακολουθεί.
- Υπήρχε μια υπόνοια ενοχής στο ύφος του, αν και δεν το ομολόγησε.
- Μια υπόνοια λεμονιού αναδιδόταν από το σαλόνι μετά το καθάρισμα.
- Ο γιατρός εξέφρασε την υπόνοια για λοίμωξη και ζήτησε καλλιέργειες.
- Εργάστηκε χρόνια χωρίς καμία υπόνοια διαφθοράς.