υπόλοιπο
ουσιαστικό1. Μερικό ή ολόκληρο τμήμα μιας ποσότητας που παραμένει μετά την αφαίρεση, διανομή ή χρήση μέρους της.
2. Ποσό που απομένει μετά από μια διαίρεση όταν το αποτέλεσμα δεν είναι ακριβές.
Συνώνυμα
υπόλειμμα υπολείμματα ρέστα υπόλοιπα υπόλοιπος περίσσευμα απομεινάρι απομεινάρια κατάλοιπο κατάλοιπα ισοζύγιο οφειλή πλεόνασμα απόθεμα διαφορά ίχνος μερίδιο περιθώριο αποθεματικό εκκρεμότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού είναι θετικό.
- Άφησα το υπόλοιπο του φαγητού στο ψυγείο.
- Το υπόλοιπο της συνάντησης είναι δεκαπέντε λεπτά.
- Στη διαίρεση 17 ÷ 5 το υπόλοιπο είναι 2.
- Παρακαλώ, τακτοποίησε το υπόλοιπο του λογαριασμού μέχρι το τέλος της εβδομάδας.