υπερηφάνεια
άλλο1. Αίσθημα εκτίμησης και ικανοποίησης για τον εαυτό ή για κάτι που συνδέεται με τον εαυτό, λόγω επιτυχίας, αξίας ή επιτεύγματος.
2. Έντονη και συχνά υπερβολική πεποίθηση για τη δική του αξία, που μπορεί να οδηγεί σε περιφρόνηση των άλλων.
Συνώνυμα
περηφάνια αυτοπεποίθηση αυτοεκτίμηση αυτοσεβασμός εγωισμός έπαρση αλαζονεία υπεροψία αυταρέσκεια αυτοθαυμασμός ύβρις καύχημα δόξα μεγαλοπρέπεια αξιοπρέπεια αίσθημα
Αντώνυμα
ταπεινοφροσύνη ταπεινότητα μετριοφροσύνη σεμνότητα ταπείνωση ντροπή εξευτελισμός αυτομείωση αυτοκαταφρόνηση ξεφτίλα υποταγή κόμπλεξ ντροπαλότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Νιώθω υπερηφάνεια για το παιδί μου.
- Η υπερηφάνεια τον εμπόδισε να ζητήσει συγγνώμη.
- Η υπερηφάνεια για την πατρίδα ήταν εμφανής στην ομιλία.
- Διατήρησε την υπερηφάνεια του παρά τις δυσκολίες.
- Η υπερηφάνεια μετά την επιτυχία του ήταν δικαιολογημένη.