υπάρχω
ρήμα1. Να έχει ύπαρξη ή να είναι πραγματικό πρόσωπο, αντικείμενο ή έννοια.
2. Να βρίσκεται παρόν σε συγκεκριμένο τόπο ή χρονική στιγμή.
3. Να είναι διαθέσιμο ή σε ισχύ για χρήση, αξιοποίηση ή εφαρμογή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ενίοτε αναρωτιέμαι αν υπάρχω πραγματικά.
- Στο νησί υπάρχει ένα μικρό φαρμακείο.
- Στην τάξη υπάρχουν δέκα μαθητές.
- Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.
- Παλιά υπήρχε ένα δάσος στη θέση της σημερινής πόλης.