τόπος
ουσιαστικό1. Συγκεκριμένο σημείο ή εκτεταμένη περιοχή στον χώρο που χαρακτηρίζεται από γεωγραφική θέση ή φυσικά όρια.
2. Χώρος ή σημείο όπου βρίσκεται ή συμβαίνει κάτι, είτε μόνιμα είτε προσωρινά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αυτός ο τόπος είναι εξαιρετικά όμορφος την άνοιξη.
- Ο τόπος μου βρίσκεται στο βουνό και μου λείπει.
- Το πάρκο είναι καλός τόπος για να συναντηθούμε.
- Αυτός ο τόπος έχει μεγάλη ιστορική σημασία.
- Επισκέφτηκε πολλούς τόπους του κόσμου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.