τυχαίο
επίθετο1. Που συμβαίνει χωρίς σχεδιασμό ή πρόθεση, ως αποτέλεσμα της τύχης ή της συγκυρίας.
2. Που δεν ακολουθεί προκαθορισμένο μοτίβο ή κανόνα και δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα.
Συνώνυμα
τυχαίος τυχαίοτητα τυχικός συμπτωματικός στοχαστικός απρόβλεπτος ακούσιος τυχαιότητα απρόσμενος αβέβαιος σποραδικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Επέλεξα ένα τυχαίο δείγμα από τη λίστα.
- Ήταν ένα τυχαίο λάθος και το διόρθωσα αμέσως.
- Είναι τυχαίο που συναντηθήκαμε μετά από τόσα χρόνια;
- Το γεγονός αυτό δεν ήταν τυχαίο, αλλά σχεδιασμένο.
- Οι αριθμοί παράχθηκαν με τυχαίο τρόπο για τη δοκιμή.