τρυφερότητα
ουσιαστικό1. Συναισθηματική κατάσταση ή έκφραση στοργής και ευαισθησίας προς άτομο ή ζωντανό ον, που εκδηλώνεται με απαλό λόγο, φροντίδα και στοργικές πράξεις.
Συνώνυμα
στοργή στοργικότητα χάδι χαδάκι γλυκύτητα γλύκα απαλότητα ευαισθησία ζεστασιά φροντίδα αγάπη συμπάθεια ευγένεια αγκαλιά συναίσθημα ευσπλαχνία οικειότητα συγκίνηση
Αντώνυμα
σκληρότητα ψυχρότητα αδιαφορία βαναυσότητα σκληροκαρδία ωμότητα απάθεια αμέλεια βία αποξένωση αγριότητα αναλγησία φρικαλεότητα παγωμάρα απρόσωπία βαρβαρότητα ξυλοδαρμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η μητρική τρυφερότητα καθησυχάζει το μωρό.
- Έδειξαν την τρυφερότητα τους με ένα απαλό φιλί.
- Η φωνή του γέμιζε τρυφερότητα όταν μιλούσε για τη γιαγιά.
- Το ποίημα χαρακτηρίζεται από βαθιά τρυφερότητα.
- Η τρυφερότητα του κρέατος έκανε το ψητό νόστιμο.