τελείως
επίρρημα1. Με τρόπο που καλύπτει κάτι σε όλη του την έκταση ή σε όλα του τα μέρη, χωρίς υπόλοιπο ή μερική παρουσία.
2. Χρησιμοποιείται ως ενισχυτικό στοιχείο για να δηλώσει απόλυτη βεβαιότητα ή κατηγορική επιβεβαίωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν καταλαβαίνω τελείως τι εννοείς.
- Είναι τελείως έτοιμος για την παρουσίαση.
- Τα δύο σχέδια είναι τελείως διαφορετικά.
- Η τσάντα της ήταν τελείως άδεια.
- Ξέχασε τελείως το ραντεβού και δεν ήρθε.