τάση
ουσιαστικό1. Εσωτερική κλίση, προδιάθεση ή διάθεση ενός προσώπου προς συγκεκριμένη συμπεριφορά, στάση ή ενέργεια.
2. Γενική κατεύθυνση ή μεταβολή σε ένα σύνολο φαινομένων, ιδεών ή δεδομένων, που υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο αυτά αλλάζουν στο χρόνο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τάση στο κύκλωμα μετρήθηκε με ένα βολτόμετρο.
- Παρατηρείται τάση προς τις ηλεκτρονικές αγορές φέτος.
- Έχει την τάση να αναβάλλει τις αποφάσεις του.
- Η τάση στο σχοινί αυξήθηκε καθώς ανέβηκαν οι αναβάτες.
- Οι στατιστικές δείχνουν μια ανοδική τάση στο ποσοστό ανεργίας.