σχολή
ουσιαστικό1. Εκπαιδευτικό ίδρυμα όπου παρέχεται συστηματική διδασκαλία και μόρφωση.
2. Τμήμα ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος που συγκεντρώνει συγκεκριμένες επιστημονικές ή επαγγελματικές ειδικότητες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σχολή έκλεισε σήμερα λόγω κακοκαιρίας.
- Εισήχθη στη σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών.
- Η σχολή του στωικισμού επηρέασε την αρχαία φιλοσοφία.
- Παρακολούθησε μαθήματα στη σχολή χορού για δύο χρόνια.
- Τελείωσε τη σχολή αξιωματικών με άριστα.