σφιχτός
επίθετο1. Που εφαρμόζει στενά και δεν επιτρέπει κενό ή χαλάρωση ανάμεσα σε δύο επιφάνειες ή σε ρούχο και σώμα.
2. Που βρίσκεται υπό ένταση ή πίεση, με περιορισμένη ελαστικότητα ή κίνηση (για μύες, σχοινιά, μηχανικά μέρη).
Συνώνυμα
στενός εφαρμοστός σφιγμένος σφικτός σφιχτοδεμένος σφριγηλός τεντωμένος τσιτωμένος σφιχτοχέρης δεμένος στεγανός περιορισμένος αυστηρός φειδωλός μίζερος σταθερός δυνατός στενό στερεός εντατικός ανελαστικός μικρόψυχος περιοριστικός συμπαγής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πουκάμισο είναι σφιχτό.
- Ο ιμάντας στη βαλίτσα ήταν σφιχτός.
- Ο προϋπολογισμός φέτος είναι σφιχτός.
- Μετά την προπόνηση, οι μύες του ήταν σφιχτοί.
- Η ασφάλεια στο μουσείο είναι σφιχτή.