σφηνώνομαι
άλλοΜπαίνω ή εφαρμόζω τόσο σφιχτά σε στενό χώρο ή άνοιγμα, ώστε να μένω εκεί και να δυσκολεύομαι να βγω.
Συνώνυμα
στριμώχνομαι τρυπώνω μπλοκάρομαι εγκλωβίζομαι κολλάω παγιδεύομαι σπρώχνομαι παρεισφρέφτω παρεμβαίνω διακόπτω καρφώνομαι πιάνομαι σκαλώνω μπουκώνω χωράω μπαίνω προσκολλάμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο στενό σοκάκι σφηνώνομαι κάθε φορά που περπατάω με τη βαριά βαλίτσα.
- Στον δρόμο προς τη δουλειά σφηνώνομαι πάντα στην κίνηση.
- Προσπαθώ να μην σφηνώνομαι στις συζητήσεις των άλλων χωρίς να με έχουν καλέσει.
- Όταν μπαίνω στο μικρό αυτοκίνητο, σφηνώνομαι στο κάθισμα και δεν νιώθω άνετα.
- Συνεχώς σφηνώνομαι σε μια ιδέα και δεν μπορώ να την βγάλω από το μυαλό μου.