συνταγματάρχης

ουσιαστικό

1. Ανώτερος στρατιωτικός βαθμός, συνήθως στον στρατό ξηράς, συνδεόμενος με τη διοίκηση συντάγματος ή αντίστοιχης μονάδας και τοποθετημένος ιεραρχικά πάνω από τον αντισυνταγματάρχη και κάτω από τον ταξίαρχο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο συνταγματάρχης επέβλεψε την άσκηση και έδωσε σαφείς εντολές στους αξιωματικούς.
  • Ο συνταγματάρχης ηγήθηκε της στρατιωτικής επιχείρησης που άλλαξε την πολιτική κατάσταση στη χώρα.
  • Στη συνέντευξη Τύπου, ο συνταγματάρχης απάντησε σε ερωτήσεις για την ασφάλεια των συνόρων.
  • Στο μυθιστόρημα, ο συνταγματάρχης παρουσιαζόταν ως ένας περίπλοκος χαρακτήρας με αμφιλεγόμενες επιλογές.
  • Στον δήμο, ο συνταγματάρχης ήταν προσωνύμιο που του είχαν δώσει για την αυστηρή στάση του στη διαχείριση συμβάσεων.