συλλογιστικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με τον συλλογισμό και την ικανότητα να αναλύει πληροφορίες και να συνάγει συμπεράσματα με λογική αλληλουχία.
Συνώνυμα
συλλογισμένος λογικός ορθολογικός αναλυτικός στοχαστικός επιχειρηματολογικός σκεπτόμενος θεωρητικός αιτιολογικός λογικοφανής φιλοσοφημένος μεθοδικός διαλεκτικός
Αντώνυμα
παράλογος ανορθολογικός απερίσκεπτος παρορμητικός επιπόλαιος ασυνάρτητος αλόγιστος ανεύθυνος αυθόρμητος χαζός ηλίθιος κουτός παιδικός κλόουν
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συλλογιστικός μαθητής αναλύει κάθε πρόβλημα προσεκτικά.
- Η συλλογιστική διαδικασία βοήθησε το δικαστήριο να φτάσει σε σαφή συμπεράσματα.
- Το συλλογιστικό επιχείρημα απέκρουσε τις αβάσιμες κατηγορίες.
- Μείναμε συλλογιστικοί για αρκετή ώρα, σκεπτόμενοι τις συνέπειες.
- Η συλλογιστική ικανότητα βελτιώνεται με την εξάσκηση και την ανάγνωση φιλοσοφικών κειμένων.