συζητώ
ρήμα1. Ανταλλάσσω απόψεις, σκέψεις ή πληροφορίες με ένα ή περισσότερα πρόσωπα προφορικά ή γραπτά, με σκοπό την ενημέρωση, την εξαγωγή συμπερασμάτων ή την έκφραση θέσης.
Συνώνυμα
συνομιλώ μιλώ κουβεντιάζω συζητάω ομιλώ συνδιαλέγομαι διαβουλεύομαι διαπραγματεύομαι διαλέγομαι λέω επικοινωνώ συνεννοούμαι μιλάω ερίζω επιχειρηματολογώ αναλύω σχολιάζω κουτσομπολεύω διηγούμαι διαλογίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε απόγευμα συζητώ με τη γιαγιά μου για τα παλιά.
- Στο μάθημα συζητήσαμε το έργο του Ντοστογιέφσκι.
- Οι αρχηγοί των κομμάτων συζήτησαν τη σύναψη νέας συμφωνίας.
- Στη συνεδρίαση οι συμμετέχοντες συζητούσαν έντονα για το σχέδιο.
- Στη συνάντηση συζητήθηκε και το θέμα της χρηματοδότησης.