συζητάω
ρήμα1. Εκφράζω και ανταλλάσσω απόψεις, ιδέες ή πληροφορίες με άλλους προφορικά ή γραπτά, με σκοπό την ενημέρωση, την κατανόηση ή την επεξεργασία ενός θέματος.
Συνώνυμα
συζητώ συνομιλώ συνδιαλέγομαι διαβουλεύομαι μιλάω ομιλώ κουβεντιάζω συσκέπτομαι διαπραγματεύομαι διαλέγομαι συμβουλεύομαι σχολιάζω καβγαδίζω αντιπαρατίθεμαι επιχειρηματολογώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- συζητάω με τον φίλο μου τα σχέδια για τις διακοπές.
- συζητάω τους όρους της σύμβασης με τον πελάτη πριν την υπογραφή.
- συζητάω καθημερινά με τη μητέρα μου στο τηλέφωνο για τα νέα της.
- Πριν αποφασίσω, συζητάω τις ιδέες μου με την ομάδα για να βρούμε λύσεις.
- συζητάω με τον εαυτό μου όταν χρειάζεται να επεξεργαστώ μια δύσκολη επιλογή.
- συζητάω έντονα το θέμα στη συνεδρία για να καταλήξουμε σε συμφωνία.