συγκεντρώνομαι
ρήμα1. Κατευθύνω την προσοχή, τη σκέψη και τη νοητική μου ενέργεια σε ένα αντικείμενο ή έργο, αποφεύγοντας εξωτερικές διασπάσεις.
2. Έρχομαι ή μαζεύομαι μαζί με άλλους άνθρωπους ή αντικείμενα σε έναν κοινό χώρο ή τόπο.
Συνώνυμα
μαζεύομαι συναθροίζομαι εστιάζομαι επικεντρώνομαι εστιάζω συσπειρώνομαι συσσωρεύομαι προσέρχομαι ενώνομαι συνέρχομαι ακούω προσέχω σοβαρεύομαι σχηματίζομαι καταπιάνομαι συγκροτούμαι ησυχάζω συλλογίζομαι κατασταλάζω συντονίζομαι ετοιμάζομαι συγκλίνω συνενώνομαι
Αντώνυμα
διασκορπίζομαι διαλύομαι σκεδάζομαι σκορπίζομαι αποσπάμαι ξεχνιέμαι απομακρύνομαι αποχωρώ διαχωρίζομαι πανικοβάλλομαι χωρίζομαι εξατμίζομαι αποδιοργανώνομαι διαφεύγω αγχώνομαι ξεκαρδίζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν διαβάζω για εξετάσεις, συγκεντρώνομαι καλύτερα το πρωί.
- Πριν την ομιλία, συγκεντρώνομαι και παίρνω βαθιές ανάσες για να ηρεμήσω.
- Με τα νέα καθήκοντα, συγκεντρώνομαι κυρίως στη διεκπεραίωση των εγγράφων.
- Κάθε Δευτέρα, συγκεντρώνομαι με την ομάδα στην αίθουσα συσκέψεων για να οργανώσουμε το πρόγραμμα.
- Όταν παίζω πιάνο, συγκεντρώνομαι στην αίσθηση του ρυθμού και της φράσης.