συγκαλύπτω

ρήμα

1. Εμποδίζω ή παρεμποδίζω την αποκάλυψη γεγονότων, στοιχείων ή της αλήθειας σχετικά με λάθη, αδικήματα ή δυσάρεστες καταστάσεις, ώστε να μην ελεγχθούν ή αποδοθούν ευθύνες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν συγκαλύπτω παρανομίες, όποιες κι αν είναι.
  • Ο διευθυντής συγκαλύπτει το σκάνδαλο για να προστατεύσει το όνομά του.
  • Προσπαθεί να συγκαλύπτει τον πόνο του με χιούμορ.
  • Τα κύματα συγκαλύπτουν τα ίχνη στην άμμο μετά από κάθε καταιγίδα.
  • Οι συνάδελφοι συγκαλύπτουν τα λάθη του για να μην προκαλέσουν προβλήματα.