σούσουρο
ουσιαστικό1. Θόρυβος από ψιθύρους και συζητήσεις, συνήθως μικρής έντασης αλλά διάχυτος, που προκαλεί αναστάτωση ή περιέργεια.
2. Κοινωνικό κλίμα αναστάτωσης ή έντονου ενδιαφέροντος γύρω από πρόσωπο ή γεγονός, που διαδίδεται κυρίως μέσω προφορικών σχολίων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ακούστηκε ένα σούσουρο από τα θάμνα καθώς περνούσαμε.
- Η είδηση για την παραίτηση προκάλεσε σούσουρο στο γραφείο.
- Στο χωριό έγινε σούσουρο για το καινούργιο ζευγάρι.
- Οι μαθητές έκαναν σούσουρο στη βιβλιοθήκη και ο καθηγητής τους μάλωσε.
- Έγινε σούσουρο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όταν κυκλοφόρησε το βίντεο.