σοκαρισμένος

επίθετο

Που έχει αιφνίδια και έντονη συναισθηματική αντίδραση εξαιτίας ενός γεγονότος ή μιας είδησης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ήταν σοκαρισμένος από την είδηση του ατυχήματος.
  • Η οικογένεια έμεινε σοκαρισμένη όταν άκουσε τι συνέβη.
  • Έδειχνε σοκαρισμένος μπροστά στις κάμερες μετά την ανακοίνωση.
  • Ήμουν σοκαρισμένος με τη συμπεριφορά του.
  • Το κοινό ήταν σοκαρισμένο από την απρόσμενη αποκάλυψη.