σκοπός
ουσιαστικό1. Το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ή κατάσταση προς την οποία κατευθύνονται οι ενέργειες, ο σχεδιασμός ή η προσπάθεια ενός προσώπου, ομάδας ή έργου.
2. Ο λόγος ή το κίνητρο που ωθεί κάποιον να πράξει ή να αποφασίσει κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σκοπός της έρευνας είναι να βελτιώσει την ποιότητα του νερού.
- Ο σκοπός μου είναι να μάθω να παίζω κιθάρα μέσα σε ένα χρόνο.
- Στο σκοπευτήριο, ο σκοπός ήταν τοποθετημένος σε απόσταση πενήντα μέτρων.
- Ο σκοπός του προγράμματος είναι η ενίσχυση των μικρών επιχειρήσεων.
- Ο σκοπός στην είσοδο του μουσείου ελέγχει τα εισιτήρια και καθοδηγεί τους επισκέπτες.